Πέμπτη, 15 Ιουνίου 2017

Ό,τι αρχίζει ωραίο, τελειώνει με... πλάκα.

UNFRIEND, BLOCK ΚΑΙ DELETE: Θυμάστε με τι illustration ορμή είχε φτάσει ο Τζήμερος από τον χώρο της διαφήμισης; Τι συνέβη και με την άλλη ηρωίδα της (μάταιης) πολιτικής μας καθημερινότητας, τη Ραχήλ Μακρή, που ήρθε ως Μπουμπουλίνα, είδε και ουσιαστικά απήλθε;..

Λίγα χρόνια πριν, όταν ξεκινούσε η κρίση κι ήμασταν οι περισσότεροι κάπως αμέριμνοι ακόμα, κάναμε με τον Νίκο Πορτοκάλογλου μια συζήτηση. Κι εκείνος, ίσως γιατί εξασκούσε τον εαυτό του στο παιχνίδι της χαράς, ίσως ακριβώς γιατί ήταν ανυποψίαστος για το μέγεθος της καταστροφής, έκανε μια αισιόδοξη πρόβλεψη: «η κρίση», επέμεινε, «είναι μια ευκαιρία να ξεκαθαρίσει οριστικά η ήρα από το σιτάρι».

 Λίγα χρόνια μετά δεν είμαι καθόλου σίγουρη ότι η ήρα δεν έχει αγκαλιάσει και τον τελευταίο εναπομείναντα κόκκο σιταριού. Όσο για τα ξεκαθαρίσματα, ασφαλώς δεν έγιναν όπως τα εννοούσε ο Πορτοκάλογλου. Γίνονται, όμως, καθημερινά και με άγριους όρους: ποτέ η πληροφορία δεν ήταν αμεσότερη και μεγαλύτερη, ποτέ η πληροφορία δεν ήταν πιο χαώδης και ακαριαία αμφισβητήσιμη. Κυρίως, ποτέ δεν πυροδοτούσε τόσο άμεσες και ακραίες διαφωνίες, τόσο ταχείες και πλήρεις αποκαθηλώσεις, τόσα ερείπια. Μάλλον μόνο ερείπια. 

Κι ακριβώς αυτό συμβαίνει όσο ο καβγάς του πεζοδρομίου, η αντίδραση του δρόμου, η συζήτηση του καφενείου, η κινητοποίηση του συνόλου, η αντίσταση της πλατείας, η οργή της πόλης, η θλίψη της οικογένειας, η διαφωνία της εφημερίδας, η αντιπολίτευση, η συμπολίτευση, η άποψη, η επιχειρηματολογία, η παπάτζα, η οργή και η σύμπνοια έχουν όλα μετακινηθεί από το κεφάλι, τη σκέψη, τα πόδια και την κινητοποίηση στα ακροδάχτυλα που πληκτρολογούν παρορμητικά και ά-λογα, αναζητώντας μάταια ανακούφιση. 

Όσο ερημώνει αυτή η πόλη τα βράδια, τόσο αναδίδει την υπόκωφη βουή μιας ακραίας διαφωνίας εσωτερικού χώρου που εξελίσσεται διαρκώς με φρενήρεις ρυθμούς, σαν σεισμός πολλών Ρίχτερ που ισοπεδώνει τα πάντα.

Τι συνέβη και στη διαδρομή όλοι αυτοί 
οι εκλεκτοί κι εκλεκτικοί παράτησαν το «νέο ήθος» 
κι άρχισαν να σκούζουν σαν τη Μαντάμ Σουσού 
που άφησε τα γαλλικά κι έπιασε τα «αγιούτε, χριστιανοί» 
όταν αντιλήφθηκε ότι πνίγεται; 

Η ταχύτητα της αποδόμησης, της αποκαθήλωσης και της πανωλεθρίας αυξάνεται σε παράλληλη διαδρομή με την ταχύτητα των εγχειρημάτων ανέγερσης νέων ειδώλων, κομμάτων, κομματαρχών, μικρών πρωταγωνιστών μιας τραγικά βραχείας, σχεδόν θνησιγενούς και πύρρειας νίκης εντυπώσεων: τα τελευταία χρόνια πόσοι εκμεταλλεύτηκαν, συνειδητά ή ασυναίσθητα, στον δημόσιο βίο αυτό που εξέφραζε η ουτοπία του Πορτοκάλογλου, πιστεύοντας ότι ήρθε η ώρα οι ίδιοι να συλλέξουν το σιτάρι, να ξεκαθαρίσουν ό,τι καθείς θεωρούσε ήρα και να φτιάξουν το χωραφάκι τους ωραίο-ωραίο, έτσι όπως το είχαν φανταστεί; Και πόσο γρήγορα αποκαθηλώθηκαν, όχι μόνο γιατί η διαδρομή από την ύβρη στη νέμεση γίνεται πια με υπερηχητικά τζετ αλλά και διότι αυτή η ταχύτητα δεν τους επέτρεψε να είναι πιο διπλωματικοί; Πιο προσεκτικοί. Πιο «ντυμένοι». 

Στο βασίλειο της παρόρμησης και των λάθος αντανακλαστικών, στο βασίλειο των social media, όλοι θέλουμε να υποδυόμαστε τον ωραιότερο, πιο προοδευτικό, πιο ευτυχή και νοήμονα, πιο χιουμορίστα και σκεπτόμενο, πιο πολιτικό και ηρωικό, τον καλύτερό μας εαυτό, αλλά όλοι την πατάμε και βρισκόμαστε ολόγυμνοι, βορά στην αμείλικτη δημόσια έκθεση. 

Και μετά... unfriend, block και delete. Χυδαιότητα από τη Ραχήλ Μακρή για τον Θεοδωράκη επειδή δεν έκανε την αφαίρεση όγκου σε δημόσιο νοσοκομείο Να θυμηθούμε πόσα είχαν ξεκινήσει ωραία; 

Θυμάστε με τι illustration ορμή είχε φτάσει ο Τζήμερος από τον χώρο της διαφήμισης στον πολιτικό μας βίο ως μία μη πολιτικογενής περίπτωση εναλλακτικού πολιτικού λόγου και μίας κοσμιότητας όσο lifestyle χρειαζόταν; 

Πώς εκείνο το clean cut χαμόγελο συνετρίβη σε έναν ωκεανό απολιτίκ ανοησίας, δείχνοντας τελικά τα δόντια τσοπανόσκυλου και τα αντανακλαστικά φιλοβασιλικής θείτσας; Θυμάστε με τι πνευματική ανωτερότητα και αστικό εκλεκτικισμό είχε εκρεύσει το Ποτάμι ως άλλη εναλλακτική, πλουραλιστική, ψύχραιμη λύση, προερχόμενη από τον νου υγιών πολιτών; Και πώς έγινε και το Ποτάμι έφτασε από την υψηλή φιλοσοφία του Στέλιου Ράμφου στα κακόγουστα τηλεοπτικά σποτάκια κάκιστης επιθεώρησης («Η Πολιτικάντισσα», «Το Φασιστάκι» κ.λπ.), στα ανορθόγραφα tweets, στις ακατανόητης σύλληψης αφίσες υποστήριξης του Εμανουέλ Μακρόν, στις αγοραίες εξάρσεις του «Λουκά Σιδηρόπουλου» στο Facebook; 

Και πώς όλα αυτά τα φιλόδοξα και όλοι αυτοί οι «ξεχωριστοί» έφτασαν να καθίσουν τόσο χαμηλά στα ποσοστά, που ούτε οι fitballs να τους ανασηκώνουν; Θυμάστε πόσο καμαρώναμε και δικαιολογούσαμε τις αυταρχικές εξάρσεις της Ζωής Κωνσταντοπούλου, τις συντριπτικές της βεβαιότητες και το εισαγγελικό ύφος, όσο άτεγκτο χρειαζόταν, για να στηρίξουμε σ' αυτό την ελπίδα μιας αντικαπιταλιστικής κάθαρσης; 

Τι συνέβη κι αυτή η στιβαρή «Αθηνά» μετετράπη σε έξαλλη μαινάδα, έτοιμη να κατασπαράξει και τον Γερμανό πρέσβη και την documenta και τον Γλέζο μαζί; Τι συνέβη και με την άλλη ηρωίδα της (μάταιης) πολιτικής μας καθημερινότητας, τη Ραχήλ Μακρή, που ήρθε ως Μπουμπουλίνα, είδε (ξεκατινιάστηκε με τη Ζωή Κωνσταντοπούλου) και ουσιαστικά απήλθε − αν και ευελπιστεί πως το Μέτωπό της είναι αυτό της Νίκης. Πώς οι καινούργιοι και άφθαρτοι που έφερναν τον φρέσκο αέρα, μαζί και πολλοί των «παραδοσιακών» κομμάτων, κατέληξαν να ξεμαλλιάζονται στα social media με εκφράσεις που θα ζήλευε ο «μπύθουλας» του Ψαθά; («το ρετάλι του τσίρκου», «λαμόγιο», «Η παρανοϊκή Σουργελότης», «οι τελειωμένοι βλάκες, οι στόκοι..»). 

Τι συνέβη και ό,τι άρχισε ωραίο, τελειώνει με (χοντροκομμένη) πλάκα; Τι συνέβη και στη διαδρομή όλοι αυτοί οι εκλεκτοί κι εκλεκτικοί παράτησαν το «νέο ήθος» κι άρχισαν να σκούζουν σαν τη Μαντάμ Σουσού που άφησε τα γαλλικά κι έπιασε τα «αγιούτε, χριστιανοί» όταν αντιλήφθηκε ότι πνίγεται; 

Απλώς είναι κακό στην άμμο να χτίζεις παλάτια, πολλώ δε μάλλον κάστρα. (Διότι ως γνωστόν στη ζωή ξεκινάμε με όνειρα χίλια/ Τα γκρεμίζει ο πόνος, η φτώχεια κι η ζήλια.) 
photos:Digital artwork-takis Vorini
Δημοσίευση σχολίου