Πέμπτη, 17 Μαρτίου 2016

Για τον Νικόλα τον «μπαγάσα»..

Nikolas_Asimos-#RIP
«Η επανάσταση αποδείχτηκε ένα όνειρο, μια βολεμένη και ευφυής δικαιολογία. Διατηρούμε την εσώτερη μιζέρια μας μ’ επαναστατική φρασεολογία». Οι στίχοι είναι από το τραγούδι «Της Επανάστασης» του Νικόλα Ασιμου, του τραγουδοποιού, του ποιητή και συγγραφέα, του καλλιτέχνη του δρόμου...

Ενας από τους αντιπροσωπευτικότερους εκπροσώπους της περιθωριακής διανόησης στις δεκαετίες του ’70 και του ’80, που έγινε σύμβολο μιας ολόκληρης γενιάς των Εξαρχείων...

Ρομαντικός, αντισυμβατικός και επαναστάτης, ο Νικόλας έμεινε ένας αυθεντικός ιδεολόγος, πιστός ώς το τέλος στις αρχές και στις αξίες του. «Δεν είμαι όπως οι άλλοι», έγραφε στους πρώτους στίχους του σε ηλικία 15 χρόνων, «είμαι αυτοεξόριστος και διαφορετικός».

Και μετά από κάποια χρόνια, στη δεκαετία του ’70, όταν έφυγε απ’ τη Θεσσαλονίκη και ήρθε στην Αθήνα, εγκαταλείποντας τις σπουδές στο Πανεπιστήμιο, «θα τραβήξω το δρόμο μου όσο πάει, κανένα δεν θ’ αφήσω εμένα να κερνάει» τραγουδούσε στους δρόμους με την κιθάρα του.

Από τότε η πλατεία των Εξαρχείων έγινε ο μόνιμος τόπος κατοικίας του. Στα μικρά υπόγεια, όπου έμενε, έβρισκες διάφορα μικροαντικείμενα που μάζευε από τους δρόμους.

Οι μέρες και οι νύχτες του περνούσαν γράφοντας στίχους παθιασμένους και παράφορους, ηχογραφώντας πρόχειρα τα τραγούδια του και διακινώντας τις κασέτες παράνομα σε μπαράκια και νυχτερινά κέντρα.

Σε όλη την πορεία του είχε μια μοναδική συνεργασία με τη δισκογραφική «ΜΙΝΩΣ», κατά καιρούς δούλεψε με γνωστούς μουσικούς και εμφανίστηκε σε διάφορα στέκια, οι συνεργασίες του όμως ήταν πάντα σύντομες, σημαδεμένες από έντονες διαφωνίες και εκρήξεις.

Για έναν καλλιτέχνη ανυπότακτο και μοναχικό, όπως ο Νικόλας, οι δρόμοι της πόλης έγιναν ο μόνιμος και προσφιλής χώρος για τις συναυλίες και τις αυτοσχέδιες θεατρικές παραστάσεις του.

Προκλητικός, σαρκαστικός, ανατρεπτικός και ταυτόχρονα διασκεδαστής γοητευτικός –«μέσα απ’ τα σκοτάδια κι απ’ το φως ξεπηδώ σαν γελωτοποιός»– παρέμεινε ένας καλλιτέχνης που ακροβατούσε μόνιμα ανάμεσα στη χαρά και στη θλίψη, ανάμεσα στο γέλιο και στον πόνο, ένας γνήσιος παλιάτσος, ένας αυθεντικός τσιρκολάνος που σε ταξιδεύει στη φαντασία και το όνειρο.

Με τον δικό του μοναδικό τρόπο διακωμωδούσε το κατεστημένο, παρεμβαίνοντας καλλιτεχνικά και πολιτικά στην πραγματικότητα της εποχής, ακολουθούμενος από περιστασιακούς συνοδοιπόρους: έναν παράδοξο θίασο που αναστάτωνε τους φιλήσυχους πολίτες, κριτικάροντας και αμφισβητώντας τα δεδομένα, γελοιοποιώντας τις κάθε λογής εξουσίες.

«Είσαι θύμα του νόμου και της τάξης, δεν ξέρεις καν το λόγο για να με υποτάξεις» τραγουδούσε, όταν τον συνέλαβαν για τρομοκρατικές ενέργειες και τον φυλάκισαν μαζί με πέντε εκδότες πολιτικών εντύπων στις φυλακές της Αίγινας. Χαρακτηριστική παραμένει η φράση του «θα ξανάρθω», όταν αποφυλακίστηκε, που αποδείχτηκε προφητική στα χρόνια που ακολούθησαν.

Τις συλλήψεις διαδέχονται οι εγκλεισμοί στο ψυχιατρείο, οι ξυλοδαρμοί και τα ψυχοφάρμακα, οι προσωπικές απογοητεύσεις, ο χωρισμός από την αγαπημένη Λίλιαν – η μικρή Νιουνιού είναι ο καρπός του έρωτά τους. Ολα αυτά κάνουν για τον ίδιο την καθημερινή εξισορρόπηση στο τεντωμένο σκοινί εξαιρετικά δύσκολη.

«Για κοιτάξτε με σακάτη, ένα έχω μόνο μάτι, μου ρουφήξατε το αίμα, μα ανυπόκριτο έχω βλέμμα» έγραφε τις νύχτες που «ο φόβος κι ο πόνος τού έτρωγαν τα σωθικά», όταν «οι δαίμονες πολιορκούσαν το μυαλό» και «το ποτάμι της παράνοιας» άνοιγε ρωγμές βαθιές στην ύπαρξη.

Στα τέλη του 1987, σκέψεις και πράξεις απονενοημένες τον έχουν διαλύσει, ο Νικόλας έχει γίνει πλέον ένας «άλλος», όπως είπε κάποτε ο Αρθούρος Ρεμπό, όταν βυθισμένος στα σκοτάδια, αναγνώρισε, σε μια ξαφνική έκλαμψη του νου, την απώλεια του εαυτού του.

Αυτή η γνώριμη απώλεια της ταυτότητας, όταν η τρέλα φτάνει στις εσχατιές της λογικής, και ξεκινάει η τελευταία παράσταση –«η Μεγάλη Βόλτα» όπως θα έλεγε ο Ασιμος– σαρκάζοντας.

Για τον Νικόλα η τελευταία παράσταση παίχτηκε τα ξημερώματα της 17ης Μαρτίου 1988, όταν κρεμάστηκε στο σπίτι του, σε ηλικία 38 χρόνων. Σαν σήμερα, πριν από 28 χρόνια. Στην κηδεία, όλοι οι φίλοι με δάκρυα στα μάτια, αποχαιρέτησαν τον άνθρωπό τους, «την ενοχλητική μύγα στη μύτη του κόσμου» όπως τον έλεγαν οι άλλοι.

Αυτός πάλι, ακόμα και στο τελευταίο ταξίδι, τραγουδούσε «μπαλωματής δεν ήμουνα, μήτε και πολιτζμάνος, κωδωνοκρούστης θα ’πρεπε, ντε και καλά ρουφιάνος. Να βαρώ τα σήμαντρα διά τους ευσεβείς, παίρνοντας κι επίδομα ως κουδουνιστής».



~ Σαν σήμερα το 1988 έφυγε από τη ζωή ο Νικόλας Άσιμος. ~Φωτογραφία του 1981: Πρόβες για το δίσκο "Ο Ξαναπές" στο σπίτι του Β. Παπακωνσταντίνου στην πλ. Αμερικής.#Vasilis #Nikolas #Asimos | www.vasilisp.com
Δημοσιεύτηκε από Vasilis Papakonstantinou στις Πέμπτη, 17 Μαρτίου 2016

επεξεργασμένες εικόνες: takis Vorini
Δημοσίευση σχολίου